Οι μαθησιακές δυσκολίες επηρεάζουν την ικανότητα ορθογραφίας, γραφής, ανάγνωσης, σκέψης, ομιλίας ή εκτέλεσης βασικών μαθηματικών υπολογισμών. Δες τι είναι, ποιοι παράγοντες συμβάλλουν στη σημερινή εποχή και πώς αντιμετωπίζονται με σωστή, εξατομικευμένη υποστήριξη.
Ο όρος «μαθησιακή δυσκολία» επινοήθηκε σχετικά πρόσφατα, το 1963, από τον διάσημο ψυχολόγο και παιδαγωγό Samuel Kirk (Κατσαφάνας, 2006). Πέντε χρόνια αργότερα, η Εθνική Συμβουλευτική Επιτροπή των ΗΠΑ όρισε τον όρο «παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες» ώστε να συμπεριλάβει τα παιδιά που υπέφεραν από διαταραχή στην εκτέλεση βασικών ψυχολογικών λειτουργιών που σχετίζονται με την επικοινωνία ή την κατανόηση μιας γλώσσας, γραπτού ή προφορικού λόγου. Οι μαθησιακές δυσκολίες εκδηλώνονται επηρεάζοντας την ικανότητα ορθογραφίας, γραφής, ανάγνωσης, σκέψης, ομιλίας ή εκτέλεσης βασικών μαθηματικών υπολογισμών.
Οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες μπορεί να δυσκολεύονται να αναλύσουν το υλικό που παρουσιάζεται κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας και να οργανώσουν τις πληροφορίες στο μυαλό τους, οδηγούμενοι έτσι σε κακή κατανόηση του διδασκόμενου υλικού και σε δυσκολία στην απομνημόνευση. Επιπλέον, μπορεί να κατακλύζονται από μεγάλες ποσότητες πληροφοριών και να δυσκολεύονται να ενσωματώσουν νέες πληροφορίες, να ανακτήσουν υλικό από τη μνήμη τους αυτόματα και να ανταποκριθούν γρήγορα. Γενικά, αυτοί οι μαθητές απαιτούν περισσότερο χρόνο για να επεξεργαστούν πληροφορίες, να λάβουν αποφάσεις και να δώσουν απαντήσεις. Ελλείψει κατάλληλων τροποποιήσεων, παρεμβάσεων και προσδοκιών μάθησης, ο ρυθμός της ακαδημαϊκής προόδου μπορεί να είναι περιορισμένος, με αποτέλεσμα βλάβες στη σχολική και ατομική (π.χ. συναισθηματική, κοινωνική) λειτουργικότητα (McDowell, 2018).
Μιλώντας για μαθησιακές δυσκολίες στη σημερινή εποχή, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το κοινωνικό πλαίσιο και τους ρυθμούς ζωής και εξέλιξης. Η ζωή σήμερα έχει γίνει πιο περίπλοκη· η τεχνολογία μας προσφέρει πολλαπλά ερεθίσματα, τα οποία πολλές φορές αδυνατούμε να επεξεργαστούμε, με αποτέλεσμα μια αρνητική επίδραση στον εγκέφαλό μας. Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες (Firth et al., 2019), το διαδίκτυο επηρεάζει τον εγκέφαλό μας και τις γνωστικές μας διαδικασίες, ιδιαίτερα όσον αφορά τη ροή εισερχόμενων πληροφοριών, ενθαρρύνοντάς μας να εμπλακούμε σε εναλλαγή προσοχής και «multi-tasking» αντί για συνεχή εστίαση.
Γίνεται εύκολα αντιληπτό γιατί παρατηρείται ραγδαία αύξηση των μαθησιακών δυσκολιών στα παιδιά, όταν η τεχνολογία πρυτανεύει και η πραγματική επαφή έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Ως αποτέλεσμα, τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, εκτός από τη δυσκολία τους στο μαθησιακό κομμάτι, βιώνουν και την αποτυχία στη σχολική ζωή και παρουσιάζουν χαμηλή αυτοπεποίθηση, καθώς πιστεύουν πως ο έλεγχος της ζωής τους προέρχεται από εξωτερικούς παράγοντες, όπως το σχολείο, οι καθηγητές και τα τυχαία γεγονότα (Παντελιάδου & Μπότσας, 2007). Συνεπώς, η συναισθηματική εξέλιξη των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες συναρτάται άμεσα με την αυτοεκτίμησή τους αλλά και με το άγχος που βιώνουν (Μπότσας, 2007).
Επίσης, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, οι μαθησιακές δυσκολίες έχουν συνδεθεί με την εμφάνιση ψυχικών διαταραχών (Buber et al., 2020). Συγκεκριμένα, φαίνεται να υπάρχει συννοσηρότητα μεταξύ μαθησιακών δυσκολιών και ΔΕΠΥ, καθώς και μεταξύ μαθησιακών δυσκολιών και αγχωδών διαταραχών, διαταραχών διάθεσης (όπως η κατάθλιψη) και αυτοκτονικού ιδεασμού.
Στόχος μας είναι να γίνει όσο το δυνατόν πιο εύκολο για τα παιδιά να διαχειριστούν το πλήθος των πληροφοριών που τους παρέχονται και να μάθουν να ανταποκρίνονται στις δύο πραγματικότητες — την εικονική και την πραγματική — με το λιγότερο δυνατό κόστος για την πνευματική και ψυχική τους υγεία.
Κρίνεται λοιπόν αναγκαίο να προλαβαίνουμε εγκαίρως τις μαθησιακές δυσκολίες και να παρεμβαίνουμε κατάλληλα, ώστε να αποφύγουμε την ανάπτυξη συννοσηρότητας στο μέλλον. Με σωστή και έγκαιρη υποστήριξη, κάθε μαθητής μπορεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του.
Οι συνεργάτες μας προσφέρουν εξατομικευμένη καθοδήγηση για μαθησιακές δυσκολίες, άγχος και οργάνωση μελέτης.
← Πίσω στα βοηθήματα